Η ενασχόληση της κοινής γνώμης με την υπόθεση χρήσης απαγορευμένων σκευασμάτων από αθλητές φαίνεται ότι βασίζεται στην υπόθεση ότι το ντόπινγκ ως φαινόμενο υπάρχει εξ’ ορισμού στη σύγχρονη αθλητική κοινότητα, και ότι τα μέτρα εξάλειψής του θα πρέπει να λαμβάνονται με αυστηρότητα, διενεργώντας προληπτικούς ελέγχους στους αθλητές κλπ. Επίσης, ότι η οργανωτική δομή του αθλητισμού είναι δεδομένη και σταθερή και κατά συνέπεια οι όποιες ενέργειες, προτάσεις και εφαρμογές θα πρέπει να γίνουν μέσα στο υπάρχον πλαίσιο λειτουργίας. Εκφράζεται ακόμη η άποψη ότι αν οι αθλητές και οι γονείς τους ενημερωθούν σωστά για τις βλαβερές συνέπειες από τη λήψη κάποιου σκευάσματος θα απέχουν από τη χρήση του.
Στην πραγματικότητα, είναι μάλλον εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο με αστυνομικού τύπου μέτρα. Είναι στη φύση του ανθρώπου να θέλει να βελτιώσει τις επιδόσεις του σε διάφορες δραστηριότητες και επομένως είναι στη φύση κάποιας μερίδας του πληθυσμού να θέλει να υπερτερεί έναντι των υπολοίπων άσχετα με τα μέσα τα οποία θα χρησιμοποιήσει για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Επίσης, ερευνητικές εργασίες στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας δείχνουν ότι η ύπαρξη γνώσης δε σημαίνει ταυτόχρονα και την υιοθέτηση της επιθυμητής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα μπορεί να γνωρίζομε ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, όμως, υπερισχύουν παράγοντες που εμπίπτουν στη συναισθηματική διάσταση της άποψης που έχομε για το τσιγάρο και δεν επέρχεται η διακοπή του καπνίσματος. Με τον ίδιο τρόπο οι επιδιώξεις κάποιου αθλητή και της οικογένειάς του ενδεχομένως να υπερισχύουν των βλαβερών συνεπειών της χρήσης απαγορευμένων ουσιών. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα διάφορα σκευάσματα έχουν υψηλές τιμές αγοράς και σπανίως κάποιος νεαρός αθλητής θα μπορούσε να τα αγοράσει από το χαρτζιλίκι του.
Στα πλαίσια της συζήτησης, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το αδιέξοδο, μιας και δεν έχει προταθεί εναλλακτική λύση για να ικανοποιηθούν οι αγωνίες των ανθρώπων που αντιτίθενται στη λογική της χρήσης ουσιών για τη βελτίωση της επίδοσης.
Το ζήτημα φαίνεται να είναι στο βάθος του πολιτικό - προγραμματικό, με την έννοια των στόχων που θέτει η αθλητική πολιτική μιας χώρας και συγκεκριμένα της πατρίδας μας.
Φαίνεται να είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια στρατηγική που παρουσιάζει τα παρακάτω προβλήματα:
1. Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που διαπιστώνεται είναι η ορολογία που χρησιμοποιείται και οι εφαρμογές από τη χρήση της ορολογίας. Έτσι, χρησιμοποιούμε την έννοια αθλητισμός και πρέπει κάθε φορά να διευκρινίσομε αν πρόκειται για πρωταθλητισμό ή αθλητισμό. Χρησιμοποιούμε την έννοια μαζικός αθλητισμός και εννοούμε τις δραστηριότητες κινητικής αναψυχής με τις οποίες ασχολούνται οι πολίτες αλλά ιδωμένες με μια εντελώς διοικητική και γραφειοκρατική αντίληψη, ότι δηλαδή, εφόσον πολλοί άνθρωποι ασχολούνται με μια δραστηριότητα, αυτή είναι μαζική. Η λογική όμως αυτή πάσχει από αυτό που σε κλασικό άρθρο του στο Harvard Business Review ο Theodor Levitt ονόμασε «μυωπία του μάρκετινγκ». Δεν ασχολούμαστε δηλαδή με τις ανάγκες των ανθρώπων αλλά με τα προβλήματα και την οπτική των οργανισμών. Ποιος άραγε αισθάνεται μέρος της «μάζας» όταν συμμετέχει σε ένα πρόγραμμα άσκησης; Η χρήση των εννοιών, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, έχει σημαντικές συνέπειες στην καθημερινή ζωή. Για παράδειγμα, επιχορηγούνται από τον προϋπολογισμό της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού τα αθλητικά σωματεία, δεν χρηματοδοτείται από την άλλη πλευρά η κατασκευή πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων όπου υπεύθυνοι είναι οι ΟΤΑ. Αν όμως επικρατούσε η λογική ότι θέλομε δραστήριο τον πληθυσμό για να βελτιώσομε την υγεία των ανθρώπων, τότε την κατασκευή των πεζοδρόμων μάλλον θα έπρεπε να την αναλάβει το Υπουργείο Υγείας.
2. Το δεύτερο πρόβλημα φαίνεται να έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λεγόμενη Ολυμπιακή κληρονομιά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα περιελάμβαναν αγωνίσματα που στην ουσία ήταν κρίσιμης σημασίας για την επιβίωσή τους σε συνθήκες μάχης. Η ανάγκη για παρόμοιες προσαρμογές δεν υφίσταται πλέον. Αυτό όμως που μάλλον μας κληρονόμησαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, είναι η μέθοδος και η ικανότητα προσαρμογής στις ανάγκες του περιβάλλοντός μας, του εκάστοτε περιβάλλοντός μας, με την υποσημείωση ότι το περιβάλλον αλλάζει συνεχώς και κατά συνέπεια μεταβάλλονται οι ανάγκες και οι ενέργειες προσαρμογής.
Ποια είναι άραγε η ανάγκη που σχετίζεται με την επιβίωση του ανθρώπου και τη βελτίωση της ζωής του; Αν δούμε τα σύγχρονα προβλήματα του Δυτικού κόσμου θα παρατηρήσομε ότι ο μεγαλύτερος ίσως κίνδυνος που ελλοχεύει απειλώντας τη ζωή ή την ποιότητα ζωής μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού είναι οι ασθένειες του καρδιοκυκλοφορικού συστήματος, ο σακχαρώδης διαβήτης, η οστεοπόρωση.
Η αιτιολογία είναι πολλαπλή, αλλά πέρα από κληρονομικούς παράγοντες, εστιάζεται κυρίως στη διατροφή, στο κάπνισμα, στην παχυσαρκία και στην έλλειψη φυσικής δραστηριότητας.
Έτσι, στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία έχει εδώ και αρκετά χρόνια ξεκινήσει μια ευρεία συζήτηση σχετικά με τη σημειολογία των κινητικών δραστηριοτήτων. Τα πρώτα συγγράμματα εκδόθηκαν το 1992 και πρόσφεραν τους παρακάτω ορισμούς:Φυσική δραστηριότητα, είναι οποιαδήποτε σωματική κίνηση που συμβάλλει στην αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας παραπάνω από το επίπεδο ηρεμίας. Άσκηση, ορίζεται ως η φυσική δραστηριότητα που διεξάγεται με σκοπό τη βελτίωση φυσιολογικών παραμέτρων της λειτουργίας του σώματος. Αθλητισμός, είναι η μορφή της φυσικής δραστηριότητας που εμπεριέχει το στοιχείο του ανταγωνισμού. Η πρόσφατη λευκή βίβλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη διατροφή την παχυσαρκία και τη φυσική δραστηριότητα, γενικά ακολουθεί το νέο αυτό πλαίσιο.
Συνέπεια αυτής της λογικής είναι ότι η αθλητική δραστηριότητα πρέπει να διέπεται από ένα διαφορετικό οργανωτικό πλαίσιο από αυτό της φυσικής δραστηριότητας και της άσκησης γιατί ακριβώς έχει διαφορετικούς στόχους. Έτσι, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, προγράμματα φυσικής δραστηριότητας οργανώνονται από το Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών (CDC), ενώ στη Μ. Βρετανία η δημιουργία δραστήριων σχολικών αυλών εποπτεύεται από το αντίστοιχο Υπουργείο Υγείας. Στη Γερμανία ο αντίστοιχος με το δικό μας ΙΚΑ Οργανισμός, έχει μισθώσει χώρους και έχει προσλάβει καθηγητές φυσικής αγωγής προσφέροντας δωρεάν προγράμματα άσκησης στους ασφαλισμένους του.
Η εναλλακτική λύση λοιπόν που φαίνεται ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη χώρα μας θα περιελάμβανε μια σειρά πολιτικών, κεντρική ενέργεια των οποίων θα ήταν ο σχεδιασμός, η προώθηση και εφαρμογή προγραμμάτων φυσικής δραστηριότητας εποπτευόμενα από νέο φορέα ή φορείς, έξω από το υπάρχον οργανωτικό πλαίσιο του αγωνιστικού αθλητισμού. Η ύπαρξη διεύθυνσης μαζικού αθλητισμού στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού κρίνεται επιεικώς ως ανεπαρκής σε σχέση με το μέγεθος των εφαρμογών που προκύπτουν από πολιτικές που στοχεύουν στη συστηματική ενασχόληση ευρύτερων τμημάτων του πληθυσμού με τη φυσική δραστηριότητα.
Η προώθηση της αξίας της ενασχόλησης με τη φυσική δραστηριότητα, η άμβλυνση του ανταγωνιστικού πνεύματος, η συνειδητοποίηση ότι αυτό που έχει νόημα είναι η επίτευξη της Αριστοτελικής «ευδαιμονίας» μέσα από τη σωματική δραστηριότητα ως προσωπικός πια στόχος του καθενός, θα ήταν μέσα στις επιδιώξεις.
Σε πρακτικό επίπεδο χρειαζόμαστε:
1. Δημιουργία υποδομών για την υποστήριξη της φυσικής δραστηριότητα του πληθυσμού, π.χ. κατασκευή κατάλληλων πεζοδρομίων και ποδηλατοδρόμων σε συνεργασία με τους ΟΤΑ.2. Δημιουργία χώρων κινητικής αναψυχής αποκλειστικά για την επίτευξη των στόχων της φυσικής δραστηριότητας.3. Στοχοθέτηση με δεκαετές πλάνο για τη φυσική δραστηριότητα. Ένα ρεαλιστικό σχέδιο θα ήταν η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας κατά περίπου 5% το χρόνο ώστε σε 10 χρόνια να έχομε έναν αποδεκτά δραστήριο πληθυσμό. Να υπογραμμιστεί ότι μαζί με τους Πορτογάλους έχομε τον αδρανέστερο σωματικά πληθυσμό στην Ε.Ε.
4. Παράλληλα, χρειάζονται τομές στο εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να αμβλυνθεί η αξία του ανταγωνισμού και η αξία την νίκης. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αξία έχει η υπέρβαση των προσωπικών ορίων του καθενός και όχι η νίκη έναντι του οποιουδήποτε αντιπάλου. Στη σύγχρονη κοινωνία έχει εκλείψει η ανάγκη της επικράτησης, τουλάχιστον όσον αφορά τη σωματική κίνηση. Πολλοί πιστεύουν ότι τα παιδιά μαθαίνουν να επικρατούν στη ζωή μέσα από την ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι στον αγωνιστικό αθλητισμό επικρατούν παιδιά τα οποία έτσι κι αλλιώς είναι προικισμένα και έχουν τη νοοτροπία του νικητή. Η κοινωνία βλέπει με εσφαλμένη ματιά το αίτιο και το αποτέλεσμα.
Ο αναγνώστης, εύκολα θα αναγνωρίσει ότι το ντόπινγκ και το φαινόμενο της βίας στους αγωνιστικούς χώρους έχουν μάλλον ως έναν βαθμό κοινά αίτια. Στο βάθος πρόκειται για την κατάκτηση της νίκης έναντι κάποιου αντιπάλου, ανάγκη η οποία επί της ουσίας έχει εκλείψει στη σύγχρονη κοινωνία και συντηρείται για οικονομικούς κυρίως λόγους, αλλά και με δεδομένη την απαρχαιωμένη στοχοθέτηση του αθλητικού οργανωτικού πλαισίου.
Όσο περισσότερο η Ελληνική κοινωνία θα ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται με τη σωματική κίνηση, τα οποία είναι τα ζητήματα υγείας, κυρίως του καρδιοκυκλοφορικού συστήματος, η παχυσαρκία ο σακχαρώδης διαβήτης και η οστεοπόρωση, τόσο θα αμβλύνεται το φαινόμενο του ντόπινγκ και η βία στους αγωνιστικούς χώρους.
Είναι δεδομένο ότι θα αναγκαστούμε να ασχοληθούμε με τη σωματική δραστηριότητα είτε ατομικά, γιατί έτσι θα βελτιωθεί η προσωπική μας ζωή, είτε συλλογικά, γιατί ως ένα βαθμό θα εξυγιανθεί το ασφαλιστικό μας σύστημα, αφού η πρόληψη αποδεδειγμένα σημαίνει λιγότερα έξοδα στην αντιμετώπιση των σύγχρονων νόσων. Αυτές οι ανάγκες αλλαγής στη στρατηγική αντιμετώπιση της σωματικής δραστηριότητας, θα εμφανίζονται στο άμεσο μέλλον ολοένα και πιο επιτακτικά και θα περιμένουν την ικανοποίησή τους. Είναι πραγματική ευκαιρία αν θα μπορέσομε να σχεδιάσομε και να προγραμματίσομε τώρα.
Είναι ταυτόχρονα μια ευκαιρία της χώρας μας να δείξει ότι μπορεί να προσφέρει σημαντικά στο σύγχρονο κόσμο. Οι Ολυμπιακοί αγώνες της αρχαιότητας έγιναν σύμβολο γιατί κάλυπταν πραγματικές βασικές ανάγκες των ανθρώπων. Σήμερα, που οι πραγματικές ανάγκες είναι περισσότερο αυτές της ευεξίας, του ευδαιμονισμού και της καλής σωματικής και πνευματικής κατάστασης, το μοντέλο του τρόπου ζωής, όπως αυτό καταγράφηκε στη μελέτη των 7 χωρών της δεκαετίας του 1960 στην αγροτική περιοχή του Καστελλίου Πεδιάδος του Νομού Ηρακλείου, είναι ίσως η σημαντικότερη συλλογική συνεισφορά της χώρας μας στην προαγωγή της υγείας της παγκόσμιας κοινότητας.
Καλή διατροφή, υψηλότατα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, χαμηλό επίπεδο άγχους, παιχνιώδης διάθεση, κοινωνικότητα, τραγούδι και χορός ήταν τα χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου, όπως παρατηρήθηκε από τους ερευνητές και που φάνηκε να επιδρά θετικά στη μακροβιότητα των κατοίκων της συγκεκριμένης εκείνης περιοχής.
Αν στην πατρίδα μας θέσομε ως πρωτεύοντα στόχο να αυξηθούν τα επίπεδα της καθημερινής φυσικής δραστηριότητας του πληθυσμού, μέσα από ένα εναλλακτικό, παράλληλο οργανωτικό πλαίσιο, εποπτευόμενο όχι από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού αλλά από νέους φορείς, μπορούμε μέσα στα επόμενα 20 χρόνια να επιτύχομε καλύτερη υγεία, λιγότερη βία στα γήπεδα, λιγότερα κρούσματα ντόπινγκ και αποτελεσματικότερες υπηρεσίες από βιώσιμα ασφαλιστικά μας ταμεία.
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment